Ετικέτες

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΞΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΟΝΙΤΣΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΑΣ


 Γεννήθηκε στη Βόνιτσα στις 5/11/1935.  Στη Βόνιτσα, έζησε πάρα πολύ λίγο. Μόνο στα παιδικά του χρόνια. Το 1947 - 48 πήγε πρώτη γυμνασίου, στην Αμφιλοχία, το 1948 - 49 στο διτάξιο γυμνάσιο της Βόνιτσας τη δευτέρα, το 1949 - 51 στο γυμνάσιο Λευκάδας, μετά στην Αθήνα, στην σχολή κινημ/φου, στο στρατό 1957 - 59, στη Γαλλία με εξάμηνη υποτροφία στα ηλεκτρονικά. 
Το 1961 - 63 στη Γερμανία λαθρομετανάστης, όπου δούλεψε προϊστάμενος συνεργείου σε αυτοματισμούς της Altmann und Bohning στο Βερολίνο. Παράλληλα σπούδαζε στη Defa, για διεύθυνση φωτογραφίας.
 Γύρισε στην Ελλάδα και εργάστηκε σαν ανταποκριτής της Wies Niws και Junaitet press, και απ΄το 1975 για να ησυχάσει ασχολήθηκα με το ντοκιμαντέρ, που τον ξανάφερε στη Βόνιτσα. Τότε, οι περισσότεροι κάτοικοί της, ήταν άγνωστοι. Γνώριζε μόνο τους μεγαλύτερους παντρεύτηκε την Κλειώ το 1969 και έχει δύο παιδιά σήμερα και είναι 79 ετών συνταξιούχος. 
Λαθρομετανάστης στη Γερμανία

Μερικές θύμισες, ας διαβάσουμε τι γράφει ο ίδιος: 

Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ.......Στη Βόνιτσα, έζησα πάρα πολύ λίγο. Μόνο στα παιδικά μου χρόνια. Το 1947 - 48 πήγα πρώτη γυμνασίου, στην Αμφιλοχία, το 1948 - 49 στο διτάξιο γυμνάσιο της Βόνιτσας τη δευτέρα, το 1949 - 51 στο γυμνάσιο Λευκάδας, μετά στην Αθήνα, στην σχολή κινημ/φου, στο στρατό 1957 - 59, στη Γαλλία με εξάμηνη υποτροφία στα ηλεκτρονικά. Το 1961 - 63 στη Γερμανία λαθρομετανάστης, όπου δούλεψα προϊστάμενος συνεργείου σε αυτοματισμούς της Altmann und Bohning στο Βερολίνο. Παράλληλα σπούδαζα στη Defa, για διεύθυνση φωτογραφίας. Γύρισα στην Ελλάδα και εργάστηκα σαν ανταποκριτής της Wies Niws και Junaitet press, και απ΄το 1975 για να ησυχάσω ασχολήθηκα με το ντοκιμαντέρ, που με ξανάφερε στη Βόνιτσα. Τότε, οι περισσότεροι κάτοικοί της, μου ήταν άγνωστοι. Γνώριζα μόνο τους μεγαλύτερους μου....................................................... ..... Την ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ, τη γνώρισα στη Βόνιτσα, στο διτάξιο γυμνάσιο, όταν ήμασταν δέκα τεσσάρων χρονών παιδιά. Ήταν ένα πανέμορφο, χαμογελαστό μελαχρινό κορίτσι, σωστή κουκλίτσα... Τη λάτρεψα και με λάτρεψε και ζούσαμε ο ένας, στα όνειρα του άλλου ,,, Μη σκεφτείτε τη γυναίκα μου την Κλειώ, που γνώρισα αργότερα, το 1953....Η πρώτη αγάπη, είναι μία και μοναδική....Όλες οι άλλες είναιι συμβιβασμός.... Έλειπα συνεχώς απ΄τη Βόνιτσα και η αλληλογραφία που μας ένωσε για λίγο, μας χώρισε κάποια στιγμή, απροσδόκητα. Δεν τη φίλησα ποτέ και ούτε την ξανάδα, αν και γειτονοπούλα... Ήθελα πολύ να τη δω, κάθε φορά που βρισκόμουν στη Βόνιτσα, αλλά η ομίχλη της μοίρας μπήκε ανάμεσά μας. Οι φίλες της, οι μόνες που ξέραν το μυστικό μας, τη ζήλευαν και δε μας φέραν σε επαφή. Είχαν περάσει λίγα χρόνια, όταν αδελφικός μου φίλος, τη ζήτησε σε γάμο και αρνήθηκε, λέγοντάς του πως αγαπούσε εμένα. Με βρήκε και του είπα, πως δεν είχα καμιά σχέση με το κορίτσι, χωρίς εγώ να ξέρω τι ειπώθηκε μεταξύ τους. Εξάλλου, απ΄την απραξία και την απογοήτευση, ζητούσα και εγώ, μια δεύτερη ευκαιρία... αλλά δεύτερη ευκαιρία, δεν υπάρχει στη ζωή μας . Η πρώτη αγάπη είναι μία και μοναδική. Το παράπονό μου, είναι πως δεν την ξανάδα ποτέ. Ούτε ξέρω, πόσο όμορφη ήταν στα είκοσί της χρόνια, ούτε στα τριάντα της... Μία μέρα στην παραλία που περπατούσαμε αγκαζέ με την Κλειώ, την είδαμε ξαφνικά μπροστά μας... Χαιρετηθήκαμε.... Είχαν περάσει, εξήντα ολόκληρα χρόνια ......... Η καρδιά μου φτερούγισε... Η πρώτη αγάπη, δεν ξεχνιέται ποτέ. Ακούστε κι΄έναν παππού, που σας το λέει, στα ογδόντα του χρόνια...


Παλιά στη Βόνιτσα 
Τότε 1943-1947 δεν είχαμε μπάλες,. Παίζαμε τα λιμπίδια,, τον μπίγκο, τη γαιδούρα, τη γουρούνα με τις τζόρες, ξυπόλητα και δεν πηγαίναμε σπίτι όταν πεινούσαμε, γιατί ξέραμε πως δεν υπήρχε φαΐ. Περνούσαμε το περιβόλι του Καλύβα - που το είχε καλά φραγμένο- και είχε φανταστικά σύκα και στο πρώτο αυλάκι, βγάζαμε να φάμε άγριο-σέλινα. Μετά πηγαίναμε να στήσουμε παγίδες για πουλιά, Επισκεπτόμασταν το περιβόλι του Δημ. Μασούρα, που είχε πολλά είδη φρούτων όλο το χρόνο και μετά στις Μαγούλες, για αγραπίδια. Στο σπίτι, πηγαίναμε μόνο για ύπνο. Για μας, δεν ενδιαφερόταν κανένας. Αδύνατα σαν τα παιδιά της Μπιάφρας, κάναμε μπάνιο χειμώνα - καλοκαίρι. 
ΣΥΝΕΧΊΖΩ....Πάνω στην αναμπουμπούλα, μας βάλανε και παιδονόμο. Πρώτος, ήταν ο Αρκουδογιάννης. Δεν ξέρω από που ξέπεσε εδώ, για να μας ταλαιπωρεί. Ακούγαμε παιδονόμος και γινόμασταν καπνός, μπουχός καλύτερα.
Οι δρόμοι της Βόνιτσας ήταν σκεπασμένοι από ψιλή σκόνη, που τη δημιουργούσαν τα Γερμανικά άρματα μάχης, που ανεβοκατέβαιναν όλη τη μέρα. Πάταγες χάμω ξυπόλητος και σηκωνόταν μπουχός, καθώς έμπαινε μέσα της το πόδι, μέχρι το κότσι. Εκεί που παίζαμε τη σκλέτζα, με το που έλεγε ένας, - ο παιδονόμος - εξαφανιζόμασταν, σαν τα σημερινά mιckey mouse... αστραπή.
Τον παιδονόμο, τον λέγαν Αρκουδογιάννη, γιατί ντυνόταν αρκούδα και χόρευε και γιατί κουβαλούσε αρκούδες στη Βόνιτσα, που χόρευαν στις γειτονιές, και αμοιβή του, ήταν αυγά. Μετά τον Αρκουδογιάννη, παιδονόμος ήταν ένας Κοντομήχης, ντόπιο πράμα, κοντούλης και σκληρό καρύδι........ 
Το παιχνίδι με τη Σκλέτζα, παιζόταν από πολλούς μαζί και παραβάλλονταν, ποιος θα την πάει μακρύτερα. Η σκλέτζα, ήταν ένα ξύλο στρογγυλό,- μια πιθαμή μακρύ και μυτερό, απ τις δύο του άκρες-. Το χτυπούσες στη μια μυτερή του άκρη, με μια χοντρή βέργα και πεταγόταν στον αέρα. Με επιδεξιότητα, το χτυπούσες στον αέρα για δεύτερη φορά κι΄όπου πήγαινε. Αν σε πετύχαινε, σε πέρναγε πέρα για πέρα.
Οι φράχτες, ήταν παλούκια μπιγμένα στο χώμα καi πλεγμένα με λυγαριές. Στις αγραπνιές δεινοπαθούσαν.
 Εμείς ξύλα δε παίρνουμε, παλούκια ξεκωλώνουμε και παίρναμε τους φράχτες στους ώμους μας, καμιά δεκαριά μικρά και τους ρίχναμε στη φωτιά, που ανάβαμε τη Μεγάλη εβδομάδα,- τις λεγόμενες αγραπνιές-. Μετά, άρχιζε ο πόλεμος στα σύνορα, με τους παζαριώτες.
Η Μπούχαλη, άρχιζε απ την Ένωση -που ήταν τα σύνορα- και έφτανε μέχρι το σπίτι του Τσαβαλά. Από εκεί και πάνω, ήταν τα Βέτκα... όλο αχυροκαλύβα. Στη Μπούχαλη, πέρα απ τις καλύβες, τις πλεγμένες με λυγαριά κι΄ αλιμένες με λάσπη και σβουνιά, υπήρχαν και 8 με 10 πέτρινα σπίτια. Τρία ήταν διώροφα και τα υπόλοιπα ισόγεια.
Εκεί που είναι το φαρμακείο του Χ. Δρόλια, ήταν ο κήπος του Μηλάκα, που έφτανε μέχρι τα μέσα του δρόμου, που κατεβαίνει στη θάλασσα και συνόρευε με το περιβόλι του Καλύβα. Μετά το περιβόλι του Καλύβα, ήταν ένα χαντάκι με πολύ νερό και μετά ήταν βάλτος με βουρλιές, που έφτανε μέχρι το Ριζό. (πρόποδες του Αμαδαρού) ... Εκεί, πετούσαν τα ψοφίμια και ήταν δεκάδες τα αρπακτικά πουλιά και οι Γύπες, δυό φορές το μπόι μας, που βρίσκαν τροφή. Όταν οι γύπες ήταν χορτάτοι δε σπάραζαν και τους έσπρωχνες για να περάσεις............................................... .... Το καλοκαίρι του 1943 καθάρισαν ένα κομμάτι από βουρλιές, άναψαν καπνογόνα και ήρθε και προσγειώθηκε ένα μικρό κίτρινο αεροπλανάκι. Βγήκε ένας ψηλό-λιγνός με στολή και μαύρα γυαλιά. Ήταν τέτοιο το γεγονός για μένα που η εικόνα του έμεινε στο μυαλό μου. 
Αργότερα όταν ήμουν ξένος ανταποκριτής της Wies Niws, έμαθα πως ήταν ο Romel που είχε έρθει να επιθεώρηση τις ακτές του Ιονίου, γιατί πίστευαν, πως εδώ θα γινόταν η απόβαση των συμμάχων, που τελικά έγινε στην Ιταλία. 
Μπήκε σε μια μαύρη κούρσα και τρέχοντας και εμείς από πίσω, πήγε στο σπίτι του Στούμπη, στην πλατεία που ήταν επιταγμένο.
Με το Νάσο τον Μηλάκα είμαστε κολλητά φιλαράκια, γιατί τότε έμενα στο σπίτι του Μπόκου, Στο περιβόλι του Νάσου, υπήρχε μια τεράστια κορομηλιά και πάνω της είχαμε φτιάξει φραντζάτα. (σπιτάκι πάνω στο δέντρο). Εκεί περνούσαμε τις ώρες μας, όταν δεν είχαμε όρεξη να κάνουμε διαολιές. 
Απολαμβάναμε την ησυχία και τραγουδούσαμε τα αντάρτικα τραγούδια, που μαθαίναμε. Μέτα, άρχισε η διχόνοια και σε μας τα παιδιά,,,,, και χέστα................................... 


Η ΣΚΑΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΙΒΑ Με το φιλαράκι μου το Νάσο, είμαστε ειδικοί στα σκάμνα.(μούρα) Γνωρίζαμε, όλες τις σκαμνιές της Βόνιτσας. Τρεις απ αυτές, ξεχωρίζαν, για το μέγεθος και τη νοστιμιά τους. Η μία ήταν στην αυλή του Τσαβαλά, η δεύτερη στην αυλή του Μάσου, εκεί που είναι τώρα το σπίτι του Κουκουβίνου, και η τρίτη και καλλίτερη η σκαμνιά του Καλίβα, που βρισκόταν κολλητά στην μάντρα του νεκροταφείου.(του Αγίου Δημητρίου.) Συνήθως ξημερο-βραδιάζαμε στις μουριές, αν δεν ήμασταν στη θάλασσα. Τη μουριά του Καλύβα, την επισκεπτόμασταν πιο συχνά, μιας και ήταν στη γειτονιά μας............ 
Επεισόδιο 1ο) Ήταν ντάλα μεσημέρι και μεις κατάκορφα στη πανύψηλη σκαμιά, τρώγαμε αφοσιωμένοι τα τελευταία σκάμνα, που είχαν απομείνει, εκείνη τη χρονιά, όταν είδαμε κάτω μας, κόσμο. Αρκετοί ήταν Γερμανοί, και μερικοί πολίτες, που σκάβανε. Ήτανε κι ένας παπά, που είχε σταυρωμένες τις χούφτες των χεριών του. Κοιταχτήκαμε με το Νάσο και λουφάξαμε. Νομίσαμε ότι θα έθαβαν κάνανε πεθαμένο Γερμανό. Ένας Γερμανός, πλησίασε αγριεμένος τον παπά, τον κλώτσησε και τον ανάγκασε να πάρει το φτυάρι. Μετά τους βγάλανε απ΄ το λάκκο που σκάβανε και τους έστησαν στη σειρά. 
Τρεις Γερμανοί με αυτόματα Stenn, γονάτισαν στα 4 μέτρα μπροστά τους, και τους θέρισαν. Ένας αξιωματικός με parampeloum πιστόλι στο χέρι, έριχνε από κοντά στο κεφάλι του καθενός σκοτωμένου, ξεχωριστά. Είμαστε τότε 7-8 χρονών παιδιά και στη σκαμιά του Καλίβα, δεν ξανά ανεβήκαμε από τότε. Αργότερα μάθαμε πως ήταν αρχές Ιουλίου του 1944 και οι εκτελεσθέντες ήταν ο παπάς της Παναγιάς της Ρόμβης. Ιάκωβος Μαυροκέφαλος απ΄την Ιθάκη, ο Απ. Κούτσικος απ΄τα Σκλάβαινα και 5 Μοναστηριώτες. ο Δ.Μάνθος, Α.Φίλιππος, Κ.Μαραγκός, Ν.Κοκουτσέλος και Ι.Λειχούδης. Με το φιλαράκι μου το Νάσο, το συζητήσαμε πολλές φορές το γεγονός αυτό, όχι όμως με άλλους.


 ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 2)....ΣΤΗΝ ΣΚΑΜΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΙΒΑ......Το καλοκαίρι, ήταν η μεγάλη μας χαρά. Είχε περάσει ο δύσκολος κατοχικός χειμώνας του 1942, με πορτοκάλια και λεμόνια που ξύναμε στους τοίχους - για να τους φύγει η σπιρτάδα - χωρίς να χαθεί το ψαχνό, και ήρθε το καλοκαίρι του 1943. Στην αρχή, με τα τσάγαλα και τις λιακάδες και αργότερα, με τα λαχταριστά φρούτα, να κρέμονται γεμάτα πειρασμό στα δέντρα.
Ανάλογα με την εποχή, άλλαζαν τα παιχνίδια και τα χούγια της παρέας. Στην παρέα μας, ο Γιώργος Φερεντίνος, πατέρας του αντιδημάρχου, είχε ειδικότητα στα κουρνόπουλα, ενώ ο Παντελής ο Φραγκογιός, στα βουταλίδiα.... Χαμός σας λέω...
Οι κουρούνες κυριαρχούσαν στη Βόνιτσα. Χιλιάδες κούρνιαζαν στα σπίτια, στα δέντρα και στο κάστρο. Σαν σουρούπωνε, μαύριζε ο πλάτανος του Μέντα, στην πλατεία. Αλάλιαζαν μέχρι να πέσει το βράδυ. Μετά πλάκωναν οι αλπές, που ρήμαζαν τα κοτετσα κι' όλη τη νύχτα ούρλιαζαν μαζί με τα τσακάλια, στις αυλές μας. Στο τέλος τις επικήρυξαν 5 δρχ η κουρούνα με τα κουρνόπουλα ,16 δρχ οι αλπές, 30 δρχ τα τσακάλια. 
Ήταν η εποχή, που αποκτήσαμε εισόδημα και γλύψαμε και κάνα μαντζούνι. Ένα ακόμη εισόδημα είχαμε απ΄τις προκηρύξεις, που ρίχνανε τα αεροπλάνα. Τις δίνομαι στο μπακάλη, που τύλιγε σ΄αυτές ρέγγες, σαρδέλες αρμυρές και άλλα εδώδιμα της κατοχής, με αμοιβή κάνα λουκούμι. Μία μέρα, πέρασε χαμηλά ένα αεροπλάνο , όταν το δέμα που κρατούσε ο επιβάτης του -που μας χάζευε, καθώς του φωνάζαμε-, έφυγε απ΄τα χέρια του ολόκληρο. Αρχίσαμε να τρέχουμε προς το δέμα φωνάζοντας -πεφτ-πεφτ-πεφτ κι΄έσκασε επάνω στο μεσοδόκαρο, του ποιο φτωχού της Βόνιτσας. Τρομάξαμε να ανασύρουμε τον Φάνη, απ΄τα συντρίμμια..... Ο κολιτός μου ο Νάσος, είχε ένα μεγάλο ελατήριο από γερμανικό άρμα μάχης. Του είχε περάσει μέσα του ένα ξύλο και με δεμένες τις άκρες του με καλώδιο, τριγυρνούσε τρέχοντας σε γειτονιές, δημιουργώντας με τα χτυπήματα του ελατηρίου πάνω στις πέτρες, μεγάλο σαματά... Για να είναι πιο εντυπωσιακό το πέρασμά του, έδενε και μια φουντωτή κλάρα, πίσω του. Μέχρι να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, περνούσε μισή ώρα. Αυτά ήταν εν ολίγοις, τα παιχνίδια που μας αποσπούσαν την προσοχή, απ την πείνα μας.



ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 3ο ......Στον Άι-Δημήτρη, μέσα στη Θάλασσα, υπήρχε ένας βράχος. Το βράχο αυτό, τον λέγαμε Κουντρί. Με γεμάτες τις τσέπες μας κούμλα, κλείναμε το ραντεβού μας, στο Κουντρί.... Ήταν περασμένες δύο το μεσημέρι, όταν έκανα νόημα στο Νάσο, να φεύγουμε. Περάσαμε απ΄το καμπαναριό του Αι-Δημητριού και να σου μπροστά μας η σκαμνιά του Καλίβα. Ξελιγωμένοι απ΄το παιχνίδι και νηστικοί, την είδαμε μπροστά μας σανίδα σωτηρίας, . Χωρίς δεύτερη κουβέντα, σκαρφαλώσαμε κατάκορφα - στα πιο ψηλά κλωνάρια της...Με τη συζήτηση που κάναμε για τις μπούνες, μας άκουσαν και ξεφύτρωσαν και μερικά κορίτσια της γειτονιάς, δεκαοχτάχρονες κοπέλες τότε. Φέραν κι ένα σεντόνι κι΄απλώνοντας το από κάτω μας παρακαλούσαν. -Ρίξτε μας και μας μωρέ παιδιά, να φάμε κάνα σκάμνο........Αν τινάζαμε τα σκάμνα, εμείς τι θα τρώγαμε;;; Τις αγνοήσαμε και συνεχίσαμε το έργο μας. Απογοητευμένα τα κορίτσια, έπιασαν τον ίσκιο του σπιτιού του Καλίβα κάτω απ τη σκαμνιά και αερολογούσαν. Απ΄την πείνα, τα σκάμνα τα τρώγαμε με τη χούφτα. Μαζεύαμε πέντε-έξη μαζί και τα χώναμε στο στόμα. Δεν κοιτούσαμε αν έχουν κοτσάνια μυρμηγκιά, μυγοχέσματα, ή κουτσουλιές πουλιών. Έπρεπε με ένα ενάμιση κιλό, να γεμίσει στα γρήγορα, το στομάχι...Ξαφνικά μ έκοψε ένας πόνος στη κοιλιά κι' έστριψε το άντερο μου,,, δεν προλάβαινα να κάνω βήμα. Κατεύνασα το μαύρο κοντοβράκι μου και άρχισαν να κροταλίζουν, τα φύλλα της σκαμνιάς...- Που -που- που σκάμνα,,, φώναξαν τα κορίτσια κι΄ ακαριαία, άπλωσαν το σεντόνι... Όταν κατάλαβαν τι συμβαίνει, έβαλαν το που-πουι .. - Άι,, μωρέ ξεπατωμένο και σε πιάσω, φώναξε η Ευδοξία, μαύρο θα σε κάνω... Ευτυχώς, φύγανε νωρίς να πάνε να κάνουνε μπάνιο, άλλες στη θάλασσα με τα κομπινεζόν κι΄άλλες στη σκάφη.... Εδώ θέλω να πω, πως το πρώτο ολόσωμο γυναικείο μαγιό, που κυκλοφόρησε στη Βόνιτσα ήταν το 1953, πλεγμένο και σχεδιασμένο απ΄τη γιαγιά Τσαγκαργιόλαινα.
Τότε οι κυρίες, παίρνανε το μπάνιο τους στη σκάφη, μέσα στο καλύβι, που ήταν ο βοηθητικός χώρος, του σπιτιού. Πάνω στην πυροστιά, για να μην σκύβουν πολύ, βάζανε το καζάνι με το ζεστό νερό και με το κύπελλο στο ένα χέρι και το αυτοσχέδιο Λευκαδίτικο σαπούνι, από μούργα και ποτάσα, στο άλλο, ήταν χάρμα οφθαλμών. Σωστές Αφροδίτες.. Μόνο ο Πάνας τους έλειπε... Πίνακες ζωγραφικής σας λέω, για μας τα πιτσιρίκια, που τρυπώναμε παντού. Για μαλακτικό των μαλλιών, χρησιμοποιούσαν την αλισίβα των ρούχων, που έδινε στιλπνότητα στα μαλλιά. Το χειμώνα, στα σύνεργα πρόσθεταν και τη φωτιά κάτω από την πυροστιά, για να κόβει λίγο το κρύο, που έμπαιζε από παντού........ . Δεύτερη χρήση της σκαφίδας, ήταν το πλύσιμο των ρούχων με την τρίφτρα. Η τελετή της μπουγάδας άρχιζε χαράματα, με την παρασκευή της αλισίβας. Πάνω στη σκαφίδα, βάζανε ένα κοφίνι με στοιβαγμένα μέσα του τα ασπρόρουχα και από πάνω, στρώνατε το σταχτόπανο, που ήταν υφάδι του αργαλειού, από λινάρι. Μετά, άπλωναν κοσκινισμένη στάχτη πάνω στο σταχτόπανο και με την κανάτα, ρίχνανε το ζεματιστό νερό από πάνω. Το νερό, περνούσε τα ρούχα και κατέληγε στη σκάφη. Το καυστικό αυτό απόσταγμα, ήταν η αλισίβα, που αργότερα θα τη χρησιμοποιούσαν οι μανάδες μας, για το πλύσιμο των σκούρων ρούχων................... Μία τρίτη χρήση της σκάφης, ήταν το παιχνίδι μας...... Εδώ, θα ξεκαθαρίσω λίγο τα πράγματα. Υπάρχει η σκάφη του ζυμώματος, από σκαλιστό κορμό, που την πουλούσαν οι βλάχοι και η σκάφη πλυσίματος, του μαραγκού της γειτονιάς. Η πρώτη βαριά και ακατάλληλη για μας. Η σκάφη του πλυσίματος ήταν ευρύχωρη και αλαφριά. Αν δεν σηκωνόταν μπονόρα η νοικοκυρά, να βάλει μπροστά το πλύσιμο, η σκάφη κατέληγε στη θάλασσα..... Γονατιστοί στο σκαφίδι και με κουπιά τα χέρια, ξανοιγόμασταν στα ανοιχτά για αγώνες και ναυμαχίες. Συνήθως, είκοσι και βάλε σκάφες. Αν έπιανε καμιά φρεσκαδούρα, καταλήγαμε στα Χοντρά χαλίκια, ή την Κουκουμίτσα. Υπήρχαν βέβαια ναυάγια και ναυαγοσώστες, που ακολουθούσαν τελευταίοι. Συνήθως, μανάδες ξεχασμένες με το κουτσομπολιό, όταν αποζητούσαν τη σκάφη, ήταν αργά. Έρχονταν στην παραλία, στον Αι-Δημήτρη και σκούζανε....- Αι μωρέ κουτσουκέφαλο και γυρίσεις στου σπίτι.


 Πολλές φωτό παρουσιάσθηκαν για πρώτη φορά στο βιβλίο "Πόλεις και χωριά του δήμου Ακτίου-Βόνιτσας" που κυκλοφόρησε πρόσφατα και ακόμα περισσότερες θα υπάρχουν στην Β έκδοση που ετοιμάζεται, από τους Ευάγγελο Κουτιβή και Γιώργο Μπαρμπαρούση.
Σας παρουσιάζει ο ίδιος το έργο του που σιγά -σιγά θα το ανεβάζουμε στο katouna news μιας και ίδιος μας το παραχώρησε.

Σκηνοθέτης, Ηλεκτρονικός και Δ/ντής Φωτογραφίας, με αντίστοιχες σπουδές σε Ελλάδα, Γαλλία και Γερμανία.

Μέλος της Ε.Ε.Σκηνοθετών και της Ένωσης Είκονοληπτών Επικαίρων και Τηλεόρασης.
Για 12 χρόνια (1963-1975) ασχολήθηκα με το πολιτικό ρεπορτάζ για λογαριασμό της ΕΡΤ και ξένων TV, ενώ παράλληλα γύρισα πολλά επιστημονικά ντοκιμαντέρ για το Ε.Μ.Πολυτεχνείο ( - Αντοχή σκυροδεμάτων στους σεισμούς - Γεωλογικά φαινόμενα - Γεωθερμία – Χυτεύσεις Μετάλλων – Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές Δοξιάδη  κ.α.).
Απ’ το 1975, ασχολήθηκα συστηματικά με το ντοκιμαντέρ, στο οποίο και διακρίθηκα.
1975: ΓΑΛΗΝΗ
Χρηματικό βραβείο ενισχυόμενης ταινίας του Υπ.Βιομηχανίας 6628/119/29.
1976: ΛΑΪΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ
Προβολή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1977.
Προβολή στο INTER FILM FESTIVAL  SPORT ET TOURISME KRINJ YUGOSLAVIA.
Χρηματικό βραβείο ενισχυόμενης ταινίας του Υπ.βιομηχανίας 40749/788/2-12-78.
1977: ΕΤΑΝΑ - Ο πρώτος αστροναύτης
Α΄ Βραβείο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1977.
Προβολή στο ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΜΠΙΤΟΥ στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την Ελλάδα το 1981.
Χρηματικό βραβείο Προστατευόμενης ταινίας του Υπ.Βιομηχανίας 78766/1054/77.

1978: ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ
Χρηματικό βραβείο προστατευόμενης ταινίας ΥΠ.Π.Ε. 40130/413/1979.

1979: ΣΤΑ ΓΡΕΚΙΑ ΤΟΥ ΒΑΤΟΥ
Προβολή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1978.
Προβολή στο κέντρο ΠΟΜΠΙΤΟΥ στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την Ελλάδα το 1981.

Χρηματικό βραβείο προστατευόμενης ταινίας του ΥΠ.Π.Ε 81087/80.
1980: ΣΠΗΛΑΙΑ - Ένας ο άγνωστος κόσμος
Προβολή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1980.
1981: ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ - Αυτός ο βιότοπος
Προβολή στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης  1981.
Διεθνής διάκριση (Δίπλωμα), εκπροσωπώντας την Ελλάδα  και την ΕΡΤ στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ TV στη Ρίγγα της Λετονίας, με θέμα –Άνθρωποι και Θάλασσα-
Προβολή στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ιχθυολόγων στη Στοκχόλμη το 1985.
1982: ΨΑΡΑΔΙΚΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
Λαογραφικό - Ηθογραφικό ντοκιμαντέρ με τους Ψαράδες του Αμβρακικού.
1983: ΧΕΛΙΑ - Οι μετανάστες του βυθού
Χρηματικό βραβείο ενισχυόμενης ταινίας του ΥΠ.Π.Ε. 61878/84.
Προβολή στο Παγκόσμιο συνέδριο Ιχθυολόγων στη Στοκχόλμη το 1985.
Το 1984 – 87 γύρισα για την ΕΤ 1 δέκα ημίωρα ντοκιμαντέρ, με γενικό τίτλο "ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΒΙΟΤΟΠΟΙ" (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ , ΛΙΜΝΕΣ , ΠΟΤΑΜΙΑ , ΚΑΛΑΜΑΣ , ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ , ΛΟΥΡΟΣ , ΑΡΑΧΘΟΣ , ΑΧΕΛΩΟΣ, ΑΜΒΡΑΚΙΚΟΣ  ΚΟΛΠΟΣ , ΑΚΤΕΣ  ΙΟΝΙΟΥ) και το 1988-89 δύο ημίωρα ντοκιμαντέρ με τίτλο "Ο ΥΔΑΤΙΝΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΑΣ" με περιεχόμενο τα ιαματικά και θερμομεταλλικά νερά της Ελλάδος.                                                                                                                             1992: ΜΑΔΟΥΡΗ - Το νησί του Βαλαωρίτη
Ιστορικό-Λαογραφικό ντοκιμαντέρ για τον Αρ.Βαλαωρίτη και το έργο του.
Προβολή στον –ΠΑΡΝΑΣΣΟ- απ΄ την Εταιρεία Λευκαδικών  Μελετών.
1994: ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ
Ιστορία-Λαογραφία-Αρχιτεκτονική των Ακαρνάνων, απ’ τους Αρχαίους χρόνους μέχρι το 1862.
1996: ΛΕΥΚΑΔΑ - Το νησί του λόγου και της τέχνης
Λαογραφικό ντοκιμαντέρ για την Λευκάδα και τους κατοίκους της.
Πέρα των ανωτέρω ντοκιμαντέρ, των οποίων Σενάριο, Σκηνοθεσία και Φωτογραφία είναι δικά μου, εργάστηκα παράλληλα σε άπειρες κιν/κές και τηλεοπτικές εργασίες ως Σκηνοθέτης, Δ/ντής Φωτ/φίας, και Μοντέρ.
Ημιτελή έμειναν στο αρχείο  "Αγριολούλουδα  τής  Ελληνικής  γης", "Εκκλησίες και  μοναστήρια", "Η Λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου" κ.α., που κινηματογραφήθηκαν, εμφανίστηκαν και τυπώθηκαν κατά τη διάρκεια τής επαγγελματικής μου καριέρας και επεξεργάσθηκα ψηφιακά σε BETA DIGTAL για την προβολή τους από τηλεοπτικούς σταθμούς.
Το 1980 υπέδειξα λατρευτικό σπήλαιο του Πανός με εκατοντάδες ειδώλια στην περιοχή της αρχαίας Αλυζίας, και το 1985 άλλο λατρευτικό σπήλαιο των Νυμφών με ειδώλια, στην περιοχή Παλιάμπελα του Δήμου Ανακτορίου.
Συνέγραψα συνεργαζόμενος με την Κα Μαντώ Καραμπεσίνη Δ\ρια Νομισματικού Μουσείου το "ΑΡΧΑΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ" α) Ιστορική εξέλιξη και β) καλλιτεχνική δημιουργία και με τον Κο Σ. Δάκαρη, ανασκαφέα της Δωδώνης, τα σενάρια "ΔΩΔΩΝΗ" και "ΔΙΟ".
Εξέδωσα τεχνικό βιβλίο "ΦΙΛΜ – ΦΩΣ – ΧΡΩΜΑ", για τη θερμοκρασία  χρώματος, που το προτίμησαν οι φοιτητές της Φυσικομαθηματικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνεργάσθηκα με φωτογραφικά περιοδικά.
Η προσφορά μου στην Τέχνη, κρίθηκε σύμφωνα με το νόμο 3075 -απ΄ την επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού- με την απόφαση 27098\29 Μαρτίου 2004 -διακεκριμένη- και μου χορηγήθηκε τιμητική σύνταξη, του 1ου μισθολογικού κλιμακίου του Ν 2470\Ι997.





Ευχαριστούμε πολύ τον συνδημότη μας κ. Γιώργο Μπελεσιώτη για το υλικό που μας έδωσε και σιγά σιγά θα το ανεβάζουμε στο katounanews για να αναδειχθεί το σπουδαίο έργο του αλλά και η περιοχή μας